Μητροπολίτου Αὐλῶνος ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

«Φῶς εἰμι τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. 9,5).

Οἱ ποιητές ὑμνοῦν τό θαῦμα τῶν ματιῶν, πού εἶναι πάντοτε μοναδικό! Τά μάτια εἶναι ἡ πηγή τοῦ φωτός! Καί ἡ ὅραση εἶναι ἡ πιό ἀναντικατάστατη αἴσθηση στήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Αὐτό τό βλέπουμε στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα στό πρόσωπο τοῦ «ἐκ γενετῆς» τυφλοῦ, πού, παρ’ ὅτι δέν ἔχει συνείδηση τῆς ἀξίας τοῦ φωτός, στή συνάντησή του μέ τόν Θεάνθρωπο δέ ζητάει γιά τή βασανισμένη ζωή του τίποτε ἄλλο πέρα ἀπ’ τή θεραπεία τῶν ματιῶν του.

Ὑπάρχει, θά ἔλεγε κανείς, ἕνα παράπονο μέ μιά ἐλπίδα στό αἴτημα τοῦ τυφλοῦ. Γι’ αὐτό καί, ὅταν μπροστά του εἶχε Ἐκεῖνον πού διεχώρισε τό σκοτάδι ἀπό τό φῶς, Τόν παρακαλεῖ καί τόν ἱκετεύει νά τοῦ δοθεῖ ἡ εὐλογία καί ἡ χαρά νά δεῖ τόν «κόσμο» τοῦ φωτός καί νά ζήσει μέσα σ’ αὐτόν ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι.

Ὁ Χριστός φῶς τοῦ κόσμου

Ὅλοι μας γνωρίζουμε τό φῶς. Μᾶς φωτίζει. Μᾶς θερμαίνει. Μᾶς ἀναζωογονεῖ. Εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς. Ἐκτός, ὅμως, ἀπό αὐτό τό «κτιστό» φῶς τῆς Δημιουργίας ὑπάρχει καί τό Ἄκτιστο Φῶς τοῦ κόσμου, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Κι Ἐκεῖνος, ἀντίστοιχα μέ τό ἄλλο φῶς, μᾶς φωτίζει μέ τή διδασκαλία καί τά θαύματά Του, ὥστε «ὡς ὁ τυφλός ἐκ γενετῆς, ἐν μετανοίᾳ κραυγάζοντες· Σύ τῶν ἐν σκότει τό φῶς τό ὑπέρλαμπρον». Μᾶς θερμαίνει μέ τήν ἀγάπη Του καί μᾶς ἀναζωογονεῖ μέ τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα Του. Εἶναι κατά συνέπεια ὁ Θεάνθρωπος ἡ Ζωή τῆς ζωῆς μας. Χρειάζεται, ὅμως, γιά νά δοῦμε αὐτό τό Φῶς –τόν Χριστό–, νά εἶναι ἀνοιχτά τά μάτια τῆς ψυχῆς μας.

Γνωρίζουμε οἱ ἄνθρωποι ἐκ πείρας ὅτι ἡ ἔννοια τῶν ματιῶν καί τοῦ φωτός δέν ἔχει μόνον τήν ὑλική διάσταση μέ τήν ὁποία καταφάσκουμε τίς ὀμορφιές καί τά χρώματα, τά πράγματα καί τά ὄντα τῆς Δημιουργίας. Ἡ ἁγία Γραφή συχνά μᾶς ὁμιλεῖ καί γιά μάτια πού δέ βλέπουν, ἐνῶ δέν ἔχουν καμμιά ἀπολύτως ὀργανική βλάβη, καί γιά φῶς ἐπίσης πού μπορεῖ νά εἶναι μέσα στόν ἄνθρωπο σκοτάδι. Ἀσφαλῶς θά πρέπει νά μεταφερθοῦμε στήν περιοχή τῆς πνευματικῆς σφαίρας, γιά νά συναντήσουμε τίς ἔννοιες τῶν πνευματικῶν ὀφθαλμῶν καί τοῦ θείου Φωτός.

Στό ἱερό Εὐαγγέλιο οἱ ἔννοιες αὐτές εἶναι πρωταρχικές! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τό Φῶς τό ἀληθινό πού φωτίζει καί ἁγιάζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο (Ἰωάν. 1, 9). Ἐπίσης συχνά ἔλεγε ὁ Θεάνθρωπος ὅτι οἱ ἄνθρωποι πού Τόν ἀκολουθοῦν δέ μποροῦν νά νιώσουν τή διδασκαλία Του καί νά δοῦν τήν ἀλήθεια γι’ Αὐτόν, γιατί δέν ἔχουν φωτισμένο νοῦ καί μάτια «ἀνοιχτά».

Τό γεγονός αὐτό τῆς πνευματικῆς τύφλωσης, πολές φορές, εἶχε τήν εὐκαιρία νά στηλιτεύσει ὁ Κύριος μας στά πρόσωπα τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἰσραήλ πού ἔμειναν προσηλωμένοι στήν ἐπιφάνεια τοῦ γράμματος καί τοῦ τύπου, ἀφοῦ εἶχαν χάσει ὅλη τήν οὐσία τοῦ Πνεύματος καί τῆς θείας Ἀλήθειας!

Ἡ ἔλλειψη τοῦ θείου Φωτός ἀκρωτηριάζει θανάσιμα τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη! Χωρίς τά πνευματικά μάτια δέ μποροῦμε νά «ἀποκρυπτογραφήσουμε» οὔτε τήν ἔννοια τοῦ Θεοῦ καί τίς ἀλήθειές Του γιά τό πρόσωπό μας, οὔτε κι αὐτόν τόν ἑαυτό μας. Αὐτό δέν εἶναι ἀσήμαντο! Εἶναι σημαντικότατο καί χαρά στον πού ἔχει τή δυνατότητα νά τό ἀντιλαμβάνεται καί νά τό βιώνει!

Τό Φῶς – Ἰησοῦς Χριστός- στή ζωή μας

Ἄν «ξεδιπλώσουμε» τή μνήμη μας καί ἀναζητήσουμε τή στιγμή τῆς πνευματικῆς ἀφετηρίας τοῦ ἑαυτοῦ μας, τότε θά συνειδητοποιήσουμε ὅτι, πέρα ἀπό τήν κληρονομική μας πίστη, ὑπάρχει μέσα μας ἕνα γεγονός, μιά πνευματική γέννηση πού ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν πηγή τῆς Ζωῆς. Κάποια λάμψη, μιά ἀστραπή πού φώτισε τόν ἐσωτερικό μας κόσμο καί ὁδήγησε τήν ὕπαρξή μας σέ μιά ἰσχυρή συγκίνηση. Ἡ πραγματικότητα αὐτή εἶναι ἡ θεία μεταστροφή, πού γεννάει στόν ἄνθρωπο τό πνευματικό Φῶς καί τόν μεταποιεῖ ἀσφαλῶς σέ «υἱόν τοῦ φωτός» (Ἰωάν. 12, 36).

Ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀπό πολλούς δρόμους μπορεῖ νά φθάσει μέσα μας τό Φῶς τοῦ Θεοῦ. Μιά συνάντηση, ἕνας στοχασμός, μιά μελέτη καί ὁπωσδήποτε μιά εἰλικρινής στροφή στόν ἑαυτό μας κάνουν νά ἀναβλύσει ἕνα ἀπότομο καί δυνατό φῶς μέσα μας. Τότε τά μάτια μας «καθαρίζουν». Ἡ ἀλήθεια γίνεται κοφτερό μαχαίρι καί στή φεγγοβολή αὐτή τῆς θείας ἐλλάμψεως συλλαμβάνουμε ἀξίες ἀνεκτίμητες γιά τό νόημα τῆς ὑπάρξεώς μας.

Οἱ στιγμές αὐτές εἶναι ἡ θρησκευτική ἄνοιξη μ’ ἕνα εὔθυμο μοζαρτικό τόνο. Ὅπως οἱ νέοι βλαστοί γεμάτοι χυμό, τό ἀνθρώπινο ὄν αἰσθάνεται διεσταλμένο ἀπό μιά χαρά ἐκπληκτική, ἀπό μιάν αὐθόρμητη συμπάθεια γιά ὅλα καί τό καθένα. Χρόνος ἀξέχαστος. Σάν μιά γιορτή φωτισμένη μέ χίλιες λάμψεις μᾶς κάνει νά δοῦμε στόν Θεό τό πρόσωπο τοῦ Πατέρα πού μέ χαμόγελο βγαίνει νά προϋπαντήσει τό παιδί Του.

Δέν ἔχει σημασία ποιός δρόμος θά μᾶς ὁδηγήσει στήν ὥρα τῆς θείας ἐλλάμψεως καί ποῦ θά συναντήσουμε τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἐκεῖνο πού διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στήν ἐσωτερική αὐτή «ἀναστάτωση» εἶναι ἡ κατακράτηση τοῦ Φωτός! Ἡ συγκατάθεση τῆς θελήσεώς μας νά παρα-μείνει μέσα μας τό Φῶς τοῦ Θεοῦ καί νά κάνει τούς ὀφθαλμούς μας πηγές θείου Φωτός!

Ὁ ἄνθρωπος τίς στιγμές αὐτές, εἶναι ἀλήθεια, δοκιμάζεται! Ἡ δοκιμασία, ὅμως, αὐτή δέν ξεπερνάει ποτέ τίς δυνάμεις του. Ὁ καθένας μπορεῖ νά ἀναζητάει τό Φῶς. Εἶναι, ὅμως, φοβερό νά μένει στήν τύφλωση. Νά τοῦ ἀρέσει ἡ ἀσχήμια τῆς νύχτας κι ἀκόμα φοβερότερο νά πιστεύει πώς μέ τίς πυγολαμπίδες τῆς νύχτας μπορεῖ νά κυκλοφορήσει ἀνάμεσα στά δύσβατα μονοπάτια τῶν ἀναζητήσεων τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ἔτσι ὁδηγεῖται στήν ἀπώλεια ὄχι μόνος του, ἀλλά συμπαρασύρει στό χαμό κι ὅσους τόν ἀκολουθοῦν. Δέν ἔχει ἄδικο ἄρα ἡ Γραφή, ὅταν μιλάει γιά τόν τυφλό ὁδηγό (Ματθ. 15, 14).

Κανένας ἄνθρωπος δέ μπορεῖ νά πεῖ πώς δέν τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά γνωρίσει τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, τόν Θεάνθρωπο. Γιατί ὁ Θεός τόν «παραμονεύει» καί στίς πιό ἀποφασιστικές ἀκόμα στιγμές του καί τοῦ δίνει τήν εὐκαιρία νά Τόν ἰδεῖ. Ἔτσι ὅλο τό πρόβλημα τῆς δυσκολίας βρίσκεται πάνω στήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, γιατί ἄν γιά ὁποιοδήποτε λόγο δέ μπορεῖ νά ἰδεῖ τόν Ἥλιο, αὐτό δέ σημαίνει πώς δέν ὑπάρχει ὁ Ἥλιος!

Ἡ προσωρινή τοῦ καθένα ἀναπηρία δέν καταργεῖ τήν ὀντότητα τοῦ Φωτός. Ἀρκεῖ ὁ καθένας νά Τό ἀναζητεῖ. Νά Τό ποθεῖ. Γιατί ὁ Χριστός ἔδωσε στόν καθένα τήν πιό ὄμορφη καί πιό ὑψηλή τῆς ζωῆς ἀναζήτηση: Ἐκείνη τοῦ θείου Φωτός. Εὐλογημένοι ὅσοι Τό ’βρουν καί Τό κρατήσουν. Αὐτοί ὄντως θά μποροῦν νά ἐπαναλαμβάνουν: «Ἐν τῷ Φωτί Σου ὀψόμεθα Φῶς». Νά!

Σάν τούς Κτίτορες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βαρλαάμ Μετεώρων Νεκτάριο καί Θεοφάνη τούς Ἀψαράδες καί τόν ἅγιο Νικόλαο τόν ἐκ Μετσόβου πού γιορτάζουν σήμερα καί μόνο γιά τήν μνημόνευσή τους φτωχή εἶναι ἡ πέννα μου.