Μητροπολίτου Αὐλῶνος ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Πλησιάζουμε ἤδη πρός τό τέλος τοῦ 40νθήμερου ἑορτασμοῦ τοῦ Ἁγίου Πάσχα, τοῦ ὁποίου ἡ «ἀπόδοσις» θά τελεσθεῖ τήν Τετάρτη στίς 20 τρέχοντος, καί ἡ ἔνδοξη στούς οὐρανούς Ἀνάληψη τοῦ ἀναστάντος Κυρίου θά καλέσει τόν χριστεπώνυμο λαό στό νέο λαμπρό καί πλήρη ὑψηλοῦ μεγαλείου κοσμοχαρμόσυνο πανηγύρι.

Στούς ναούς μας θά ἀκουσθοῦν γιά μιά ἀκόμη φορά τά ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα, διά τῶν ὁποίων, ἀφενός προφητεύεται (Π. Διαθήκη) καί, ἀφετέρου, ἱστορεῖται (Κ. Διαθήκη) ὁ οὐράνιος θρίαμβος τοῦ Θεανθρώπου, πλαισιωμένα μέ τά ἀμίμητα σέ θρησκευτική ἔξαρση καί ποιητικό κάλλος γλυκύμολπα μελωδήματα τῶν ἱερῶν ἀηδονιῶν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Καί καθ’ ὅν χρόνον οἱ αἰθέρες θά καταυγάζονται ἀπό τίς χρυσές μαρμαρυγές τοῦ ἑλλαδικοῦ ἥλιου, ἡ σκέψη μας θά μεταφερθεῖ στόν ἅγιο ἐκεῖνο τόπο τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν, τόν ὁποῖον εἶχε βρέξει ὁ αἱματηρός ἱδρώτας τῆς ἀγωνίας τοῦ Θεανθρώπου κατά τή νύχτα τοῦ Πάθους Του καί πάνω στήν κορυφή τοῦ ὁποίου «ἔστησαν οἱ πόδες» Αὐτοῦ γιά τελευταία φορά πάνω στή γῆ.

Ἀπό αὐτή τήν ἱερή κορυφή ἀπονεμήθηκε ἡ τελευταία ἐπίγεια εὐλογία Ἐκείνου πού ἔχει «πᾶσαν ἐξουσίαν ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» πρός ἐκείνους πού τότε ἀποτελοῦσαν τή «ζύμη» τῆς Ἐκκλησίας Του καί «ἐν τῷ εὐλογεῖν Αὐτόν αὐτούς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καί ἀνεφέρετο εἰς τόν οὐρανόν» (Λουκ. 24, 50-51). Ὁ «δι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθών ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθείς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσας» μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ πορεύθηκε «πρός τήν ἀρχίφωτον δόξαν».

«Ἀνελήφθη εἰς τόν οὐρανόν καί ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Μάρκ. 16, 19) καί ὡς ἄνθρωπος, «ὅμοιος κατά πάντα» πρός ἐμᾶς, ἐνῶ ἐκστατικοί οἱ Μαθητές «ἀτενίζοντες εἰς τόν οὐρανόν» Τόν παρακολουθοῦσαν μέχρις ὅτου «νεφέλη ὑπέλαβεν Αὐτόν ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν», ἄγγελοι λευκοφορεμένοι «παρειστήκεσαν αὐτοῖς», προλέγοντας ὅτι «οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθείς ἀφ’ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὅν τρόπον ἐθεάσασθε Αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν» (Πράξ. 1, 6-11).

Τό ἱερότατο αὐτό ἱστορικό γεγονός, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τήν ἀναπόφευκτη θριαμβευτική κατακλεῖδα τῆς ἐπίγειας σταδιοδρομίας τοῦ «μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ» πού τά ἀπαρνήθηκε ὅλα Θεανθρώπου, ἀποτελεῖ συγχρόνως καί τήν ἀφετηρία τῆς δημιουργίας τῆς «καινῆς κτίσεως» στήν ὁποία προσκαλεῖ ὅλους ὅσοι πιστεύουν εἰλικρινά σέ Αὐτόν.

Τή νέα αὐτή δημιουργία ἀποτελειώνει ὁ «ἄλλος Παράκλητος», τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ὁ ἀναληφθείς Θεάνθρωπος ἀπέστειλε στόν κόσμο «παρά τοῦ Πατρός», παραμένει, ὅμως, «εἰς τόν αἰῶνα» ἀδερφός μας «πρωτότοκος» (Ρωμ. 8, 29) «ὁ ἀφ’ ἡμῶν ἀναληφθείς καί ἐκ δεξιῶν καθίσας τοῦ Θεοῦ καί Πατρός» Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος «πρόδρομος ὑπέρ ἡμῶν» εἰσῆλθε στό «ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος». Τήν πίστη αὐτή, κατά τόν Ἀπόστολο, «ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καί βεβαίαν» (Ἑβρ. 6, 19), ἡ ὁποία μᾶς κρατεῖ ἀγκιστρωμένους μέ τόν οὐρανό, πού παραμένει πλέον ἀνοικτός γιά ὅλους τούς πιστεύοντες στόν Χριστό καί πορεύονται «ἀξίως τῆς κλήσεως αὐτῶν».

Ὁ Χριστός ἐμφανίσθηκε «ὑπέρ ἡμῶν» ἐνώπιον τοῦ Πατρός καί μᾶς ἔδωσε «παρρησίαν εἰς τήν εἴσοδον τῶν Ἁγίων», ἀφοῦ διάνοιξε τήν ὁδό πού ὁδηγεῖ σέ αὐτά μέ τή θυσία Του. Αὐτός δέ καί «ἐντυγχάνει», μεσολαβεῖ δηλαδή, γιά μᾶς «καί σώζειν εἰς τό παντελές δύναται τούς προσερχομένους δι’ Αὐτοῦ τῷ Θεῷ». Καί σέ κάθε στιγμή μπορεῖ νά συμμερισθεῖ τίς ἀδυναμίες μας, γιατί ἔχει δοκιμασθεῖ σέ ὅλα, ἐπειδή ἔγινε ἄνθρωπος σάν καί μᾶς, χωρίς, ὅμως, νά ἁμαρτήσει (Ἑβρ. 4, 15).

Μεγάλο, λοιπόν, καί ἀνεκτίμητο εἶναι τό θεῖο προνόμιο, τό ὁποῖο μᾶς χάρισε ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὅσο μεγάλα καί ἀνεκτίμητα εἶναι ὅλα, ὅσα ἀπό τόν Θεό ἀπορρέουν καί ὁδηγοῦν σ’ Αὐτόν. Ζοῦμε στή γῆ, ἀλλά «τό πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει», ὅπου ὁ «πρωτότοκος» μας ἀδερφός καί «πρόδρομος» καί «πεπειραμένος κατά πάντα καθ’ ὁμοιότητα» (Ἑβρ. 4, 15) μέ ἐμᾶς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.

Ἐκεῖ εἶναι ὁ προορισμός μας· καί ὁ τελικός μας σκοπός εἶναι νά μοιάσουμε σ’ Ἐκεῖνον, ὅπως Ἐκεῖνος ἔγινε ὅμοιος μέ ἐμᾶς. Ἡ ἀπό τούς νεκρούς ἀναστημένη καί στούς οὐρανούς ἀναληφθεῖσα ἀνθρώπινη φύση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, αὐτή ἀποτελεῖ τό πρότυπο πρός τό ὁποῖο θέλει νά μᾶς ἐξομοιώσει. Διότι, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, σκοπός μας εἶναι νά φθάσουμε ὅλοι «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ», στήν ἐκπλήρωση δέ αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ ἀποβλέπει ὁλόκληρο τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία ἄφησε στή γῆ «ὁ ἀναβάς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν» καί τῆς ὁποίας Αὐτός «ἐστιν ἡ κεφαλή» (Ἐφεσ. 4, 10-15).

Ἀλλά πῶς πετυχαίνει ὁ ὕψιστος αὐτός σκοπός, γιά χάρη τοῦ ὁποίου ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ κατέβηκε στή γῆ καί, ὡς Θεάνθρωπος, ἀνέβηκε στόν οὐρανό; Πῶς ἄλλωστε εἶναι δυνατό νά ἐξομοιωθεῖ ὁ κάθε ἄνθρωπος πρός ὅ,τι αἰώνια εἶναι πλέον ἑνωμένο μέ τόν Θεό; Πῶς ἄλλωστε, ἄν ὄχι μέ τή συμμόρφωση τοῦ θελήματός μας πρός τό θέλημα Ἐκείνου; Νά πῶς ἕνας, πού περισσότερο ἀπό ὅλους πού πέτυχαν σ’ αὐτή τήν προσπάθεια, συνοψίζει τό θέμα, ἐμπνεόμενος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα: «Γίνεσθε οὖν μιμηταί τοῦ Θεοῦ ὡς τέκνα ἀγαπητά, καί περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ, καθώς καί ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (Ἐφεσ. 5, 1-2).

Ἄρα, γιά νά εἴμαστε, πράγματι, συνεπεῖς σέ ὅσα «πιστεύομεν καί ὁμολογοῦμεν», πρέπει νά «κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμόν ἀγάπης καί καλῶν ἔργων», δηλαδή νά φροντίζουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, παροτρύνοντάς τον στήν ἀγάπη καί τά καλά ἔργα (Ἑβρ. 10, 24).