Η καλλιέργεια του ηλίανθου αποτελεί τα τελευταία χρόνια μία από τις πλέον δυναμικές επιλογές για τους Έλληνες παραγωγούς, καθώς συνδυάζει σχετικά χαμηλό κόστος εγκατάστασης, αντοχή στις δύσκολες καιρικές συνθήκες και σταθερή απορρόφηση της παραγωγής μέσω συμβολαιακής γεωργίας. Αν και παραδοσιακά η καλλιέργεια ήταν περισσότερο διαδεδομένη στη Βόρεια Ελλάδα, πλέον εμφανίζει σημαντική ανάπτυξη και στη Θεσσαλία, με ολοένα και περισσότερα χωράφια στα Τρίκαλα να γεμίζουν κάθε καλοκαίρι με τα χαρακτηριστικά κίτρινα άνθη.
Ο ηλίανθος αξιοποιείται κυρίως για την παραγωγή ηλιέλαιου, ζωοτροφών αλλά και βιοντίζελ, γεγονός που του προσδίδει ιδιαίτερη οικονομική σημασία σε μια περίοδο όπου η πράσινη ενέργεια και τα βιοκαύσιμα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στην ευρωπαϊκή αγορά. Η ευρωπαϊκή επιδοματική πολιτική στα βιοκαύσιμα στηρίζει ουσιαστικά τη συγκεκριμένη καλλιέργεια, διατηρώντας την τιμή παραγωγού σε ικανοποιητικά επίπεδα, κοντά στα 40 λεπτά το κιλό για τον ηλίανθο που προορίζεται για παραγωγή βιοκαυσίμου.
Αντίθετα, ο ηλίανθος που καλλιεργείται αποκλειστικά για ζωοτροφή συνήθως πωλείται σε χαμηλότερες τιμές, γεγονός που καθιστά τη συμβολαιακή καλλιέργεια πιο ελκυστική για τους παραγωγούς.
Ο ηλίανθος είναι ετήσιο φυτό με ισχυρό και βαθύ ριζικό σύστημα, το οποίο μπορεί να αξιοποιήσει την εδαφική υγρασία ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες ξηρασίας. Το ύψος του φυτού μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 2,5 μέτρα, ενώ χαρακτηριστική είναι η ιδιότητα του ηλιοτροπισμού, καθώς η κεφαλή του φυτού ακολουθεί την πορεία του ήλιου κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης.
Η καλλιέργεια προσαρμόζεται σε μεγάλο εύρος εδαφών, αν και προτιμά μέσης σύστασης και καλά αποστραγγιζόμενα χωράφια. Σημαντικό πλεονέκτημα θεωρείται η αντοχή του φυτού στην ξηρασία, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για τις συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία χρόνια λόγω της κλιματικής αλλαγής.
Στον νομό Τρικάλων αρκετοί παραγωγοί στρέφονται πλέον στον ηλίανθο είτε ως βασική επιλογή είτε ως εναλλακτική λύση μέσα στα συστήματα αμειψισποράς. Οι αυξημένες θερμοκρασίες του καλοκαιριού, αλλά και η ανάγκη περιορισμού του κόστους παραγωγής, οδηγούν αρκετούς αγρότες να αναζητούν καλλιέργειες πιο ανθεκτικές και λιγότερο απαιτητικές σε εισροές.
Η σπορά πραγματοποιείται συνήθως από τα τέλη Μαρτίου έως τα μέσα Απριλίου, όταν η θερμοκρασία του εδάφους σταθεροποιηθεί πάνω από τους 7 βαθμούς Κελσίου. Η πυκνότητα φύτευσης κυμαίνεται μεταξύ 5.000 και 7.000 φυτών ανά στρέμμα, ενώ ιδιαίτερη σημασία δίνεται στη σωστή λίπανση και κυρίως στην επάρκεια βορίου, στοιχείου απαραίτητου για τη σωστή ανάπτυξη της καλλιέργειας.
Παρά το γεγονός ότι ο ηλίανθος θεωρείται ανθεκτικός, οι αποδόσεις επηρεάζονται σημαντικά από τις καιρικές συνθήκες και την επάρκεια νερού. Σε ξερικά χωράφια οι αποδόσεις συχνά κυμαίνονται από 100 έως 300 κιλά ανά στρέμμα, ανάλογα με τις βροχοπτώσεις, ενώ σε ποτιστικές εκτάσεις μπορούν να ξεπεράσουν ακόμη και τα 450 κιλά.
Σημαντικό κεφάλαιο αποτελεί και η φυτοπροστασία, καθώς ασθένειες όπως ο περονόσπορος, η σκλεροτινία και η μακροφομίνα μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές στην παραγωγή. Για τον λόγο αυτό, οι γεωπόνοι συστήνουν επιλογή ανθεκτικών υβριδίων και εφαρμογή αμειψισποράς.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η καλλιέργεια του ηλίανθου θα συνεχίσει να επεκτείνεται τα επόμενα χρόνια και στη Θεσσαλία, καθώς συνδυάζει οικονομική βιωσιμότητα, χαμηλότερες απαιτήσεις και προοπτικές σταθερής απορρόφησης της παραγωγής. Για αρκετούς παραγωγούς στα Τρίκαλα, ο ηλίανθος φαίνεται πως εξελίσσεται σταδιακά σε μία αξιόπιστη επιλογή για το μέλλον της αγροτικής παραγωγής.
