Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Μητροπολίτου Αὐλῶνος ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Εἴκοσι πέντε ἡμέρες, δηλαδή τίς μισές ἀκριβῶς ἡμέρες ἀπό τήν ἁγία καί μεγάλη Κυριακή τοῦ Πάσχα μέχρι καί τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τήν ἑορτή τῆς «Μεσοπεντηκοστῆς». Ἡ ἑορτή αὐτή εἶναι σχεδόν ἄγνωστη ἀπό πολλούς χριστιανούς, παρά τό βάθος τῶν νοημάτων καί τό ὕψος τῆς πνευματικότητας ἀπό τά ὁποῖα διακρίνεται ἡ ὑπέροχη ἱερή ὑμνολογία καί ἡ ὅλη σύνθεση τῆς Ἀκολουθίας της.

Ἡ ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς εἶναι μία -ἄν ὄχι καί ἡ πρώτη- ἀπό ἐκεῖνες τίς ἐκκλησιαστικές ἡμέρες, οἱ ὁποῖες, σύν τῷ χρόνῳ, θά ἔπρεπε νά ἀποκτήσουν ἀπό τόν λαό μας ἰδιαίτερη δημοτικότητα, γιατί τήν ἡμέρα αὐτή πανηγύριζε ὁ ξακουσμένος καί περίοπτος ναός τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως καί θά μποροῦσε γι’ αὐτό νά συμβάλει γι’ αὐτή τή γιορτή τήν ἀνάλογη λαϊκή διάθεση πού θά ἀποτελοῦσε μία θεμελιακή προϋπόθεση γιά ὅλα τά περαιτέρω.

Εἶναι προφανές, ὅτι, μέ τόν πανηγυρικό ἑορτασμό τῆς μεταξύ τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς «μεσούσης» ἡμέρας, ἡ Ἐκκλησία θέλησε νά ὑπογραμμίσει καί μέ τόν τρόπο αὐτό τήν ἰδιαίτερη σημασία, τήν ὁποία ἀποδίδει στίς δύο αὐτές μεγάλες ἑορτές τῆς ἀπό τόν Χριστό σωτηρία. Ἀντιστοιχεῖ δέ, ἀπό αὐτή τήν ἄποψη, ἡ ἑορτή τῆς «Μεσοπεντηκοστῆς» πρός τήν ἑορτή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, στό κέντρο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πού γιά τήν περίοδο ἐκείνη ἀποτελεῖ ἐποικοδομητική – ἐνθαρρυντική εὐκαιρία, ἀφενός, καί προπαρασκευαστική – προεόρτια γιά τό ἀναμενόμενο Θεῖο Πάθος ὑπόμνηση ἀφετέρου.

Ἀξιοσημείωτο εἶναι τό πρῶτο «Στιχηρό» τοῦ Ἑσπερινοῦ, τό ὁποῖο εἶναι καί τό προοίμιο τῆς Ἀκολουθίας τῆς ἑορτῆς: «Πάρεστιν ἡ μεσότης ἡμερῶν, τῶν ἐκ σωτηρίου ἀρχομένων Ἐγέρσεως, Πεντηκοστῇ δέ τῇ θείᾳ σφραγιζομένων, καί λάμπει, τάς λαμπερότητας ἀμφοτέρων ἔχουσα καί ἑνοῦσα τάς δύο, καί παρεῖναι τήν δόξαν προφαίνουσα τῆς Δεσποτικῆς Ἀναλήψεως, σεμνύνεται». Στό τρίτο, «Στιχηρό» πανηγυρικότατα διακηρύσσεται ἡ προέρτια χαρά γιά τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, κατά τήν ὁποία ἐκπληρώνεται ἡ ἐπαγγελία, ἡ ὁποία ἐπαυξάνει καί ἐνισχύει τή συνεχιζόμενη ἤδη τήν ἀπό τήν Ἀνάσταση ἑορταστική διάθεση τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ «Μεσοπεντηκοστή», πέρα τῶν ἀνωτέρω, ἔχει καί δικό της αὐτοτελή σκοπό, ὁ ὁποῖος καθορίζει καί ὅλο τό περιεχόμενο τῆς Ἀκολουθίας κι αὐτός εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἡ μέ τήν εὐκαιρία τῆς πανηγυριζόμενης «μεσότητας» τῶν δύο μεγάλων Ἑορτῶν εὐγνώμων ἀνάμνηση ὅλων ὅσα γιά μᾶς τελέσθηκαν ἀπό τόν Θεό θαυμάσια καί ἡ γιά ὅλα αὐτά πρός τόν Θεό ὀφειλόμενη δοξολογία.

Ὁ εἰδικός αὐτός σκοπός τῆς Ἑορτῆς καθορίζεται ἀπό τόν ποιητή τοῦ «Δοξαστικοῦ» τοῦ Ἑσπερινοῦ ὡς ἑξῆς: «Τῆς Ἑορτῆς μεσούσης τῆς σῆς, Χριστέ, Ἀναστάσεως καί θείας παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, συνελθόντες τῶν θαυμάτων σου ἀνυμνοῦμεν τά Μυστήρια· ἐν ᾖ κατάπεμψον ἡμῖν τό μέγα ἔλεος». Ὁ ποιητής τοῦ «Ἀπολυτικίου», συνάπτοντας πρός τήν ὑπόθεση τῆς Ἑορτῆς, καί τήν κατά τήν ἀναμενόμενη Πεντηκοστῆ ἀναγινωσκομένη εὐαγγελική περικοπή πρόσκληση τοῦ Κυρίου πρός ἐκείνους πού διψοῦν πνευματικά (Ἰωάν. 7, 37-39) θερμά ἀπευθύνει καί ἐγκάρδια δέηση πρός Αὐτόν, γιά νά ξεδιψάσει τήν διψασμένη ψυχή καί δοξάζει Αὐτόν ὡς «πηγήν τῆς ζωῆς».

Ἀξιοσημείωτος εἶναι ὁ προσωπικός, ἀτομικός χαρακτήρας τόν ὁποῖον προσλαμβάνει ἡ προσευχή τοῦ ἄσματος τούτου, γι’ αὐτό καί καθίσταται περισσότερο συγκινητικό: «Μεσούσης τῆς Ἑορτῆς, διψῶσαν μου τήν ψυχήν εὐσεβείας πότισον νάματα, ὅτι πᾶσι, Σωτήρ, ἐβοήσας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω. Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι». Σ’ ἄλλα τροπάρια ἐξυμνεῖται ἡ ἐνσαρκωθεῖσα εἰς τόν Ἰησοῦ Χριστό ἐνυπόστατος Σοφία τοῦ Θεοῦ.

Ἄλλος ποιητής (Ἀνδρέας ὁ Κρήτης), χρησιμοποιώντας στό ὡραῖο ποίημά του τόν πρός Ἰουδαίους διάλογο τοῦ Κυρίου, τονίζει τήν ἀπό αὐτό ἀπόδειξη τῆς Θεότητάς Του, τήν ὁποία ἀποδεικνύει καί μέ τά πολλά Του θαύματα, πολλά ἀπό τά ὁποῖα ἀναφέρει ὀνομαστικά, ἐνῶ συγχρόνως ἐκφράζει τήν κατάπληξή του γιά τήν ἄκρα ταπείνωση, τήν ὁποία ἐπέδειξε μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ὁ Κύριος.

Ὁ ἴδιος ἱερός ποιητής διερμηνεύει τή χαρά καί τήν εὐγνωμοσύνη τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν πραγματοποιούμενη σ’ αὐτή συνέχεια τῶν θαυμασίων τοῦ θείου Ἱδρυτοῦ καί Ἀρχηγοῦ της. Χαρακτηριστικότατα εἶναι δύο «Τροπάρια» μέ τά ὁποῖα ἐξυμνεῖται τό σωτήριο ἀποτέλεσμα τῆς πίστης στόν Ἰησοῦ Χριστό. «Ὁ ἐσθίων τόν Ἄρτον σου ζήσεται αἰωνίως καί ὁ πίνων τό Αἷμα σου ἐν σοί μένει, Σωτήρ μου· καί σύ ἐν αὐτῷ μένεις καί ἀναστήσεις αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ».

Ὁ ποιητής στά ἱερά ἄσματά του παριστάνει τήν Ἐκκλησία σέ σχέση πρός τό θεῖον Ἱδρυτή καί Ἀρχηγό της, τόν Κύριο, ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό μέ νά Τόν θαυμάζει, νά Τόν χαίρεται, νά Τόν λατρεύει καί νά Τόν δοξολογεῖ. Τελικά εἶναι μεγάλη ὑπόθεση νά ἀνοίγει κανείς τά ἱερά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας καί συγκεκριμένα τώρα τό Πεντηκοστάριο. Ἐκεῖ θά βρεῖ τή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καί θά τήν θαυμάζει στήν πράξη.

«Εὐφραίνεται ἐπί σοί ἡ Ἐκκλησία σου, Χριστέ, κράζουσα· Σύ μου ἰσχύς, Κύριε, καί καταφυγή καί στερέωμα». Σ’ αὐτό του τό ποίημα ὁ ὑμνογράφος παρουσιάζει τόν λαό τοῦ Θεοῦ νά ἐκχέει πρός τόν Κύριον τόν ἐνδόμυχο πόθο τῆς ψυχῆς του, νά ἔχει εἰρήνη καί οἰκείωση πρός τόν Θεό καί διακηρύττει πρός Αὐτόν ἀκλόνητη πίστη καί ἀφοσίωση, ὡς ἑξῆς: «Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, εἰρήνην δός ἡμῖν. Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, κτῆσαι ἡμᾶς. Κύριε, ἐκτός σοῦ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τό ὄνομά σου ὀνομάζομεν».

Στό τέλος τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου, σάν ἐπίλογος ψάλλεται τό ἑξῆς διδακτικότατο «Δοξαστικό» τῶν Αἴνων: «Φωτισθέντες, ἀδελφοί, τῇ Ἀναστάσει τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καί φθάσαντες τό μέσον τῆς ἑορτῆς τῆς δεσποτικῆς, γνησίως φυλάξωμεν τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ, ἵνα ἄξιοι γενώμεθα καί τήν Ἀνάληψιν ἑορτάσαι καί τῆς παρουσίας τυχεῖν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Ἀπό ὅλα τά παραπάνω, ἔστω περιληπτικά, καταφαίνεται, νομίζουμε, καί ἡ πνευματική ἀξία τῆς ἑορτῆς τῆς «Μεσοπεντηκοστῆς» καί ἡ σκοπιμότητα, πού ἐπιβάλλει τήν ἐποικοδομητική ἀξία ὑπέρ τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ ἐκμετάλλευσή της. Τό ὑλικό τῆς Ἀκολουθίας εἶναι πλουσιότατο ἀπό πάσης πλευρᾶς, γιατί καί ἡ ἑορτή της «Μεσοπεντηκοστῆς» εἶναι ὄχι τυχοῦσα, ἀλλά ἀπό πάσης πλευρᾶς θεολογικότατη, καί ἔχει τήν ἁρμόζουσα θέση (κέντρο) στήν μετά τήν Ἀνάσταση μέχρι καί τήν Πεντηκοστή ἑορταστική διάθεση τῆς Ἐκκλησίας.

Με την συνέχιση της πλοήγησης σας στην σελίδα μας θεωρούμε αυτόματα ότι αποδέχεστε τους όρους χρήσης μας. Αποδοχή Όροι χρήσης